The curse of repetition.

Το ΞΕΡΕΙΣ οτι δεν πρεπει να το κανεις. Το ξερεις οτι δεν πρεπει να ξανακυλησεις. Το ΞΕΡΕΙΣ οτι δεν πρεπει να ξαναμπεις οικειοθελως σε μια αυτοανακυκλωνομενη βρομοκατασταση, το ξερεις. Κι ενω ξερεις οτι ειναι απολυτως στο χερι σου, οτι μπορεις καλλιστα να βουλωσεις τα αυτια σου με κερι πριν πλησιασεις καν στο βραχο των Σειρηνων( αυτα τα γραφω γιατι ειμαι και φιλολογος), δεν το κανεις. Κι οχι απλως δεν το κανεις, αλλα και σπινταρεις, το δαχτυλο σου αποκτα δικη του θεληση( μουφες δηλαδη ουτε καν, δικια σου ειναι η θεληση) και παταει το γαμοκουμπο.

REPEAT.

Κι ετσι ακους το τραγουδι μια φορα. Και λιωνεις. Το ακους δευτερη. Και ξαναλιωνεις. (Μπαη δε γουεη μολις μου ηρθε η ατακα με την οποια θα ριξω το επομενο γκομενακι που θα βαλω στο ματι: “Λιωνω για σενα. Εχω λερωσει παντου. Θελεις να γινεις το βετεξ μου; ΓΑΜΑΤΟ; οχι πειτε μου ΓΑΜΑΤΟ; Αχ, αχ ετσι τα ριχνω τα γκομενακια, με φοβερες ατακες τυπου “ειμαι ο χαρι ποττερ” και “θελεις να γινεις το βετεξ μου”)

Τελωσπαντω, το ξαναματακους. Καπου στην εκτη φορα αποφασιζεις πως οταν τελειωσει το γαμοτραγουδο θα πατησεις το στοπ και θα βαλεις κατι αλλο. Και το γαμοτραγουδο τελειωνει. ΟΜΩΣ!

Μεχρι να αλλαξεις παραθυρο και να πας στο μηντια πλεηερ…

εχουν ηδη ακουστει οι πρωτες νοτες. Πως;Πως να πατησεις το στοπ τωρα;

και η κατασταση συνεχιζεται επ’αοριστον σαν τους αλγοριθμους για τα πισια(τα ηλεκτρονικα οχι τα ποντιακα τα φαγωσιμα που κανει η γιαγια μου, πωπω φοβερο φαι, πλακα πλακα η γιαγια μου μαγειρευει φοβερα καθε φορα που με στελνανε στο χωριο μικρη γυρνουσα υψωμενη στον κυβο, ημουν απο τοτε λιχουδα βλεπετε)

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ….

Χθες ακουσα καμμια διακοσαρια φορα το “Un Ano de Amor” της Luz Casal.

Σημερα ειναι η σειρα του People are Strange των Doors. Το χειροτερο ειναι οτι με το συγκεκριμενο τραγουδι εχω και ιστορια. Πραγμα που κανει το γαμοδαχτυλο να καθυστερει σχεδον ηθελημενα να αλλαξει παραθυρο και να φτασει το μιντηα πλεηερ. Ε τι να γινει.

Υπαρχει παντα Τζεην Ωστεν, το φαι και οι Καρεντ 93 για περιοδους κρισεως. Ευτυχως εχω καιρο να κανω καταχρηση οποιουδηποτε απ τα τρια. (Καλα εκτος απ το φαι. Τι να κανω η υπερβαρη, ειμαι ΛΙΧΟΥΔΩ. ΕΙΜΑΙ.)

Νομιζω

Οτι ηρθε η ωρα να κατσω στη μεση του σαλονιου και να κλαψω.

Για ολα αυτα που υποσχεθηκα στον εαυτο μου και δεν ηρθαν. Για ολα αυτα που υποσχεθηκα στον εαυτο μου για να τον παρηγορησω και δεν ηρθαν, για ολα αυτα που εχω κουραστει να περιμενω. Για ολα αυτα που δεν μπορω να διαγραψω, για ολα αυτα που δεν μπορω να πεισω τον εαυτο μου οτι δεν χρειαζομαι.

Για τον πληγωμενο μου εγωισμο, για τον ματωμενο μου εγκεφαλο. Για την καταφθαρμενη μου ψυχη, για το πολυφορεμενο μου μελο. Για τη γρατζουνισμενη μου υπαρξη. Τοσο, τοσο γρατζουνισμενη, που το ονομα μου ισα που διακρινεται. Τι λεει;

Αmo te, ama me!

Amate me. Amo te, anima mundi.

Γιατι, γιατι, ψυχη του κοσμου;

Γιατι εσυ, γιατι εγω, γιατι εσεις, γιατι αυτοι.

Ποναω. Ποναω τοσο καιρο, κι ομως ακομα δεν εχω μουδιασει.

Σκατα. ατο αλκοολ ρεει απο τα δαχτυλα μου στο πληκτρολογιο, και μαζι και το παραπονο μου. Σαν νεο-τεκνο-ρεμπετικο χιτακι. Η νεο-τεκνο-ρεμπετικη, παραπονεμενη υποσταση μου. Δεν μπορω αλλο.

Σημερα καποιος μου ειπε, “Ε, τι να σου πω, πηγαινε αυτοκτονησε. “Ουτε καν. Ουτε καν αυτο ειναι η λυση.

Σκατα στον ταφο μου. Σκατα στον ταφο της Ανιμα Μουντι. Σκατα στους ταφους σας, σκατα στους ταφους τους.

Α ρε Σοφακι, Ψυχοβγαλτη. Ο Γιαννης Μακαβριωαννης σε ολο του το μεγαλειο.

Κανε μου ζημια

πανω στα λυτα σου τα μαλλια

σου χα ριξει στο χωνακι το στραγαλι του ερωτα μου

ΟΥΤΕ Σ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΔΕ ΧΩΡΑΩ

ΝΑΙ, γινομαι γελοια, ομως ποιος απο σας που διαβαζετε και αηδιαζετε και γελατε δεν εχει αισθανθει γελοιος. Ειμαστε ολοι γελοιοι,ολοι οι ανθρωπινη ρατσα, γελοια, σ ενα τεραστιο γαιτανακι αλληλεξαρτησης και εθελοντικης αυτοκτονιας, μια τεραστια παρτουζα που αποκτα δικιη της ταυτοτητα και μας γαμαει ολους.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΠΑΩ ΓΙΑ ΥΠΝΟ. ΑΧ Ο ΥΠΝΟΣ,ΥΠΝΕ,ΜΟΝΟ ΤΟΤΕ ΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΤΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ, ΚΑΙ ΑΥΤΑΡΚΗΣ, ΑΥΤΑΡΚΗΣ, ΖΩ ΤΗ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ ΖΩΗ, ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΖΥΜΠΑΝ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΥΝΑΝΙΣΜΟ. ΣΚΑΤΑ.ΣΚΑΤΑ ΣΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΜΑΣ. ΣΚΑΤΑ Σ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΚΑΙ ΕΦΗΥΡΕ ΤΟΝ ΟΡΟ”ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ” .ΣΚΑΤΑ Σ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ Μ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟΝ ΑΓΝΟΗΣΩ. ΣΚΑΤΑ Σ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΤΑΡΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΜΗ ΧΩΡΑΩ ΟΥΤΕ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ. ΣΚΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΣΚΑΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΜΠΑΝ.ΣΚΑΤΑ.

ΣΚΑΤΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΑΝ ΤΟΛΜΗΣΩ ΑΥΡΙΟ ΝΑ ΔΙΑΓΡΑΨΩ ΑΥΤΟ ΤΟΠΟΣΤ

Τσαι μου.Τσαγακι μου

τσαι.Τσαγακι μου.
Γλυκο μου τσαι.

Ποιος γαλαξιας περιστρεφεται στο κεντρο σου.
Ποια αστρα γεννιουνται, και ποια θα αναπαυτουν στα τοιχωματα του στομαχιου μου.

Τσαι.τσαγακιμου. Γλυκο μου χαμομηλι.
Τα ματια μου θολωνουν απο την αγαπη μου μου δειχνεις.

Κ ΟΜΩΣ ΦΩΝΑΖΩ, ΠΟΝΑΩ, ΠΕΦΤΩ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΕΛΠΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΑΣΥΡΩ ΜΑΖΙ ΜΟΥ
ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΣΥΣΠΑΤΑΙ ΣΕ ΣΧΗΜΑΤΑ ΑΠΙΘΑΝΑ
ΚΑΘΩΣ
ΠΡΟΣΠΑΘΩ
ΝΑ ΣΠΑΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΕ ΚΡΑΤΑ
ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΝΑΣΕΦΕΡΩΚΟΝΤΑΣΤΑΧΕΙΛΗΜΟΥ.

οχι.οχι.

Τσαι μου, τσαγακι μου, γλυκο μου τσαι.

Χαμε μου, καλομηλι.

To Τραγουδι της Εβδομαδας

Μουσικη:Λακης Παπαδοπουλος

Στιχοι:Μαριανινα Κριεζη

Πρωτη εκτελεση:ΑΡΛΕΤΑ

ΣΕΡΕΝΑΤΑ

Κάπως σαν αστείο είπαμε αντίο
πήρα το πικάπ σου και μου πήρες το ψυγείο
πήρες τα σεντόνια πήρα τη μπιγκόνια
κι απ’ το χωρισμό μας έχουν κλείσει τρία χρόνια

Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα

Έκανε παιδάκια δυο τιγρέ γατάκια
τα ‘χει παρατήσει στης κουζίνας τα πλακάκια
Μοιάζουν τα καημένα παραζαλισμένα
κι έβγαλα το ένα Παναγιώτη σαν εσένα

Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα

ʼραγε πού να ‘σαι άραγε θυμάσαι
που ‘λεγες στη γάτα “Σερενάτα μη φοβάσαι
σ’ όλη τη ζωή μου θα ‘σαι το γατί μου
δε θα ξαναδώσω σ’ άλλη γάτα την ψυχή μου”

Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα

Μες στη σιφονιέρα έγινε μητέρα
άφησε τα δυο της τα γατάκια εδώ πέρα
κι έφυγε από μένα για να ‘ρθει σε σένα
πες μου τι να κάνω τα ‘χω πια κι εγώ χαμένα

Μαύρα τα μαντάτα για τη Σερενάτα
που παλιά την τάιζες μπαρμπούνια μαρινάτα
τώρα δε σε νοιάζει πού ξεχειμωνιάζει
ούτε άμα στην πάτησε κανένας καμικάζι

Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε γέννησε η γάτα

Μάτια μου αντίο τέλειωσε τ’ αστείο
πήγα το πρωί και ξαν’ αγόρασα ψυγείο
πάρε άλλα πιάτα βρες μιαν άλλη γάτα
όμως να θυμάσαι πού και πού την Σερενάτα

Δε θέλω να σε ξαναδώ
μανάρι μου τα κάναμε σαλάτα
θέλω μονάχα να σου πω
πως απόψε χάσαμε τη γάτα

Χιλιες ιστοριες, μεσα απο ενα ανλαφρο, προσποιητα απλοικο τραγουδακι. Αμεσο, σπαρακτικο, αστειο, και σε καθε στιχο ανακαλυπτεις και κατι καινουργιο, ενα καινουργιο αστειακι, ενα καινουργιο παραπονο, κι ολα αυτα γινονται ενα παιχνιδι που σε παρασερνει και για μια στιγμη γινομαι εγω η “Αρλετα”, που τραγουδαω με τοση πικρα και χιουμορ. Ειναι ενα απ’τα τραγουδια που συνοψιζουν τη σταση μου απεναντι στη ζωη. τελειως.

Ξημερωσε

Βασικα οχι ακομα. Θελει καμποσο.

Ο φτηνος αντικομμουνισμος σου της δεκαετιας του εξηντα θα πεταχτει απο το κρεββατι του τρομαγμενος μολις πατησω αυτο το ο. Βολονταριστικα, θα απαιτησει την επαναφορα του στο λεξιλογιο περισσοτερων συντροφων η μη, χρησιμοποιωντας ολντις μπατ γκουντις τσιτατα του λενιν, του Στυλ “η συνειδηση ερχεται απο εξω”.

Η συνειδηση ερχεται απο το ΚΟΜΜΑ! ΩΙΜΕ!!! Το ειχες καταλαβει τοσο καιρο, Θεσσαλονικη μου μεγαλη Αναρχομανα και δεν μας το λεγες?

Αυτη η λογικη λεγεται πρωτοπορια. Ουχι σαν εννοια καλλιτεχνικη η κατιτις τετοιο,αλλα σαν φιλοσοφικη. Δηλαδη η σκοπιμοτης δεν ειναι ενας απλος βολονταρισμος.

Κουιζ:  Στις ποσες απο τις παραπανω τονισμενες λεξεις/φρασεις(ειτε αυτες εκφερονται ψαγμενιστικα/απαξιωτικα, ειτε με δεος μπροστα στο πεος) καταλαβαινει κανεις οτι μια κουβεντα εχει γαμηθει τελειως?

(Σας γραφω στα παπαρια μου,ε)

Και ΠΑΝΩ ΑΠ ΟΛΑ ο Μαρινεττι, γιατι φυσικα, πανω απ’ολα ειμαστε ΠΟΛΥ ψαγμενοι.(οχι φυσικα οτι ο Μαρινεττι ειναι οτι πιο ψαγμενο διαθετουμε, αλλα δεν νομιζουμε να χρειζεται κατι παραπανω για να σας ψαρωσουμε.)

ΣΗΜΕΡΑ

αποφασισα οτι θα επιστρεψω στο μπλογκινγκ. Ειθε η μεγαλη Θεα και ο Κερασφορος συντροφος της να μας δωσουν την ευλογια τους, αν και, και της Θεας μοναχα να χουμε μια χαρα πορευομεθα, καθως ως γνωστον, Ο θεος-Συντροφος υπαρχει μονο διακοσμητικα στην κελτικη παγανιστικη θρησκεια, και γιαυτο μετα στριτζωσανε τα σερνικα τα χριστιαννα και οπου βλεπανε μονι το λεγανε διαολι.(η τριβολι. αναλογως)

Ερωτηκτικος Δυσηδονισμος

τοσο κοντα και τοσο μακρια
το δερμα σου στο δερμα μου και η υφη σου στο υπερπεραν

Ποιο πλασμα κατοικει πισω απ τα ματια σου
ποιος αρλεκινος πισω απ’ τα δακρυα σου
και αραγε ποιο ξοανο να εχει θρονιαστει στην αγκαλια σοθ

και δεν χωραω

Στριφογυρνω το σωμα μου κι ελισσω την ψυχη μου
προσφερω μηλα σε γνωστους, σε αγνωστους και κομητες

Πρωτη φορα, μα κυκλικα, δειλα σαν νυκτικη μεμβρανη
χωριζω απο τα δαχτυλα τη φρεσκοφυτεμενη σαρκα
και βαρκα γινομαι στους ποταμους του ευσεβους μου ποθου

Θυμα του νοθευμενου ηδυποτου αιωρουμενης αντικειμενικης λατρειας
μυστης αιωνιας παρωδιας
στοιβαζω λεξεις λεξεις πανω σε αλλες
για ν αποφυγω μια που θα τις ακυρωνε ολες

Φερτε τις φολες!
Φολες!
Φολες σ’αυτα που με τρομαζουν
φολες στη σκια σου που γυρνω και βλεπω αντι για τη δικη μου
φολες για τους χυμους που μου υποσχεται ο αντικατοπτρισμος σου
φολες για τα δαχτυλα μου που τρεχουν ξερνωντας αιμα και φαρμακι
φολες για ολες
τις μικρες
τις κοφτερες
τις ζορικες ασυδοσιες μου που δαγκανουν

ΚΙ ακομα ΔΕΝ ΣΕ ΦΤΑΝΟΥΝ

γιανγκα χαλια γκαλια, αρκουδακια της αγαπης, καμπαμαρου, περφανια και καταληψη εστιας, θυμα σκευωριας, κουζινικα σκευη, σας μιλαω για το τεπανγιακι το καλο, το τεπανγιακι το αυθεντικο, το τεπανγιακι το αντικολλητικο, το τεπανγιακι το κινεζικο

ΤΙ ΕΙΠΕ ΠΑΛΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Το προσωπικο μου ουπιτι παλι μ’εστειλε.

Le malheur avec un type intelligent, c’est qu’il n’est jamais assez intelligent pour ne pas se dire qu’il est le plus intelligent.

Boris Vian

Γιατι?Γιατι?Γιατι εισαι πεθαμενος εδω και κατι δεκαετιες?Γιατι?γιατιγιατιγιατι

Ο αντρας που θα παντρευτω, θα εχει φινους τροπους

 

 

Η Πιο Αποτυχημενη Καραμελα του Κσμου

Μια φορα κι εναν καιρο, ηταν η πιο αποτυχημενη καραμελα του κοσμου. Ειχε μια γευση τοσο αδιαφορη, τοσο ουδετερη που κανεις δεν την ηθελε. Δεν ειχε γευση γλυκια και πλουσια, σαν μια καραμελα κερασι. Ουτε ελαφρως ξινη και εντονη σαν μια καραμελα λεμονι. Δεν ειχε καν απαισια γευση σαν την καραμελα με γευση σαπουνι, που την διαλεγαν τα παιδια και την εδιναν στους καθηγητες τους, στα παιδια της πανω γειτονιας η στα ενοχλητικα μικρα αδερφακια τους.

 Η αποτυχημενη καραμελα στεκοταν για χρονια και χρονια στην Μεγαλη Γυαλα με τις Καραμελες, εκει οπου ολες οι γευσεις καραμελα εχουν τη θεση τους, την ιδεα τους τελωσπαντω, αν θετε να το θεσουμε πλατωνικα.

 Η πιο αποτυχημενη καραμελα του κοσμου ειχε παρατηρησει τις γειτονικες της καραμελες να ανατριχιαζουν απο καιρου εις καιρον, να λιωνουν κι υστερα να ξανασχηματιζονται, μονο που για λιγα λεπτα, ελαμπαν μ ενα περιεργο φως. Εμεις ως θνητα, σαρκινα πλασματα, θα μπορουσαμε να χαρακτηρισουμε την εμπειρια ως εφαμιλλη ενος σεξουαλικου οργασμου, η αποτυχημενη φιλη μας ομως, χαρη στη ζαχαρωδη λογικη της, ειχε καταληξει στο-σωστο- συμπερασμα, οτι αυτο το τρεμουλιασμα των γειτονισσων της λαμβανε χωρα καθε φορα που ενα παιδακι τις διαλεγε και τις καταπινε.

 Η πιο αποτυχημενη καραμελα του κοσμου, ποτε,ποτε στη ζωη της δεν ειχε βιωσει αυτη την ηδονικη αποσυνθεση. Χρονια και χρονια περιμενε υπομονετικα τη σειρα της, και που και που, αισθανοτανε ενα τσιγλισματακι-ενα παιδι που ακομα δεν ειχε ανακαλυψει το αδιαφορο της γευσης της και την ειχε διαλεξει.

Αυτες ηταν οι χειροτερες και οι καλυτερες στιγμες της ζωης της. Καημενη μου, αποτυχημενη καραμελα!

 Το τσιγκλισμα αρχιζε σιγα σιγα, και η καραμελα το υποδεχοταν παντα με στωικη αδιαφορια. Αφου ηξερε οτι στο τελος θα την παρατουσαν. Και το τσιγκλισμα συνεχιζοταν.

Προσεχε!

ελεγε η καραμελα στον εαυτο της,

 μην τρεφεις ασκοπες ελπιδες, ξερεις οτι κι αυτη τη φορα θα απογοητευτεις!

Ομως το τσιγκλισμα συνεχιζοταν, και συνεχιζοταν..

Λες?

ΛΕΣ?

σκεφτοταν η καραμελα, ομως μεχρι να φτασει στο τελικο σιγμα του δευτερου “λες?” το τσιγκλισμα ειχε σταματησει, κι εκεινη εμενε απογοητευμενη, ανικανοποιητη, και μονη, μονη,μονη.

Ωσπου μια μερα, οι υπολοιπες καραμελες βρηκαν στη θεση της μια μικρη κολλωδη λιμνουλα. Μονη της, μονη της, μονη της ειχε ανατριχιασει, και για μια φορα το εζησε, κι ας μην μπορεσε να ξανακαραμελωσει μετα.

  Εμεινε εκει για παντα, μια μικρη, κολλωδης λιμνουλα αυταρκειας…

Γιατι στη ζωη μιας καραμελας, τοσο αδιαφορης σαν αυτην, τα πραγματα ειναι, υπερβολικα κοινοτυπα, ολα η τιποτα

The Imp and the Sea

What’s a farewell got to do with reality?”
said the Imp to the Sea.

The Sea swished and swirled before replying:”A farewell,
is a farewell”

“But what’s a farewell got to do with reality?” said the Imp to the Sea

The Sea swamped and swirled before replying:” A farewell is always a farewell”

“Hihi.” laughed the Imp, “But what’s a farewell got to do with REALITY” it said again

” What’s an Imp got to do with reality!” said the Sea, tidal waves lurking under its surface

“What’s the Sea got to do with reality?”mocked the Imp.

The Sea rose its waves and the Imp laughed overcoming them, hurting the waves with its feet, leaping its way into the forest again.

“What’s the sea got to do with reality?What’s the sea got to do with reality?”
its mockery echoed
over the woods
over the timeless sand
and all the way into the Sea’s sea-weed clustered caves

Who won, its up to Helen to decide
For she has known of fake abductions, solid
yet so thin as a cloud.

For she has known of Troys lost and won,
desired or undesired

« Παλιότερες καταχωρίσεις